Το παθητικό κάπνισμα βλάπτει την ψυχική υγεία.
Το παθητικό κάπνισμα εντάσσεται στην κατηγορία του άφιλτρου καπνίσματος. Η επίδραση των προϊόντων καύσης του καπνού επηρεάζει τους μη καπνιστές που βρίσκονται στον χώρο των καπνιζόντων ανεξάρτητα από την ποσότητα των τσιγάρων που υπάρχουν στο περιβάλλον προκαλώντας ευπάθεια σε λοιμώξεις, βρογχίτιδες, επιδείνωση προϋπάρχοντος αναπνευστικού νοσήματος όπως βρογχικού άσθματος.
Ιδιαίτερα ευαίσθητες ομάδες είναι τα παιδιά όπου λόγω της ανωριμότητας στην ανάπτυξη του αναπνευστικού τους συστήματος είναι πιο ευαίσθητα στις βλαπτικές επιδράσεις του καπνού. Τα παιδιά που ζουν σε περιβάλλον καπνιστών εθίζονται εύκολα στην νικοτίνη και έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν καπνιστές στο μέλλον. Επίσης έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν βρογχικό άσθμα από άλλα παιδιά.
Οι παθητικοί καπνιστές έχουν έναν σημαντικό βλαπτικό κίνδυνο. Συγκεκριμένα ο κίνδυνος για καρκίνο του πνεύμονα είναι τριπλάσιος από τους μη καπνιστές ενώ ο κίνδυνος στεφανιαίων επεισοδίων είναι 30% αυξημένος.
Το παθητικό κάπνισμα βλάπτει τους πνεύμονες, την καρδιά, ενώ σύμφωνα με νέα έρευνα μπορεί να βλάψει και την ψυχική υγεία.

Ο κίνδυνος εισαγωγής τους σε ψυχιατρική κλινική τα επόμενα 6 χρόνια ήταν σχεδόν τριπλάσιος.
Έρευνες που μετρούν το υποπροϊόν της νικοτίνης, κοτινίνη, έχουν καταστήσει δυνατή την ακριβή μέτρηση της έκθεσης στο παθητικό κάπνισμα και την επίδραση στην υγεία, πρόσθεσαν οι ερευνητές, αλλά υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που το παθητικό κάπνισμα μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία.
Ο Dr. Mark Hamer, από το University College του Λονδίνου, μελέτησε 5.560 μη καπνιστές και 2.595 καπνιστές, ενήλικες, χωρίς ιστορικό ψυχικής νόσου. Οι συμμετέχοντες απάντησαν ερωτήσεις σχετικά με την ψυχική δυσφορία, ενώ παρακολουθήθηκαν οι εισαγωγές σε ψυχιατρικά νοσοκομεία για 6 χρόνια.
Η έκθεση στο παθητικό κάπνισμα μεταξύ των μη καπνιστών καθορίστηκε χρησιμοποιώντας επίπεδα κοτινίνης στο σάλιο, που δημιουργούνται όταν διασπάται η νικοτίνη στον οργανισμό και αποτελεί δείκτη έκθεσης σε νικοτίνη. Ψυχική δυσφορία αναφέρθηκε από το 14,5% των συμμετεχόντων. Σύμφωνα με τους ερευνητές, όσο υψηλότερη ήταν η έκθεση στο παθητικό κάπνισμα τόσο μεγαλύτερος ήταν ο κίνδυνος για ψυχική δυσφορία, ενώ ο κίνδυνος ήταν υψηλότερος για ανθρώπους που ήταν καπνιστές.
Άνθρωποι με τη μεγαλύτερη έκθεση στο παθητικό κάπνισμα, που δεν ήταν καπνιστές, είχαν 62% περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν ψυχική δυσφορία σε σχέση με όσους δεν εκτέθηκαν, ενώ ο κίνδυνος για τους καπνιστές ήταν 2,45 φορές μεγαλύτερος.
Κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, 41 άνθρωποι νοσηλεύτηκαν σε ψυχιατρική κλινική. Ο κίνδυνος νοσηλείας ήταν 2,8 φορές μεγαλύτερος για τους ανθρώπους που εκτέθηκαν στο παθητικό κάπνισμα σε σύγκριση με ανθρώπους που δεν εκτέθηκαν, ενώ ήταν 3,7 φορές υψηλότερος για τους καπνιστές. Η επίδραση ήταν ισχυρότερη σε όσους δεν κάπνισαν ποτέ σε σχέση με τους πρώην καπνιστές, σημειώνει ο Hamer. Το γεγονός ότι οι πρώην καπνιστές μπορούσαν να διακόψουν μπορεί ενδεχομένως να υποδεικνύει ότι ήταν λιγότερο ευάλωτοι στην επίδραση της νικοτίνης.
Ο Hamer σημειώνει ότι ο καπνός μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη διάθεση ενός ανθρώπου και ορισμένες έρευνες σε ανθρώπους υπέδειξαν πιθανή σχέση μεταξύ του καπνίσματος και της κατάθλιψης.
Κλικ εδώ ↓
Κλικ εδώ ↑
Πηγές: iatronet.gr - ergoerevnitiki.gr
Φωτογραφίες: Google
Σύνδεσμος «Νικοτίνη – Κοτινίνη»: chem.uoa.gr/chemicals
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Λυχναρόπουλος
ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΕΞΥΠΝΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ...!!!
ΑπάντησηΔιαγραφή